Τα καλοκαίρια μου όλα σαν παιδί τα πέρασα σ’ ένα σπίτι πάνω στη θάλασσα. Τον χρόνο όριζαν τα ξύλινα καΐκια, τα πλοία, τα καραβόσκαρα και τα ταξίδια τους. Ξύπναγα από τον ήχο που έκαναν οι βάρκες των ψαράδων όταν έφταναν στον κόλπο να ρίξουν τα δίχτυα και τις σαλαγιές. Με νανούριζαν τα βαρκάκια που πέρναγαν με τις μηχανές τους πλέοντας προς το νησί. Τα μεσημέρια καταλάβαινα τι ώρα είναι, όταν ξεπρόβαλε το «Μυκήναι» από τον κάβο. Τα βράδια το πέλαγος στο βάθος άστραφτε από τα γρι-γρι, σαν ένας τεράστιος αργοκίνητος αστερισμός. Ο ήχος του κύματος, όπως αυτό σκάει στα βράχια, ρυθμικός και υπόκωφος, ένα κάλεσμα που το έχεις πάντα στο μυαλό σου. Την ακαθόριστη κίνηση του χρόνου που κυλάει αδιάκοπα ομολογούσαν τα παλιά σκαριά με τα οξειδωμένα σίδερα που υποκύπτουν στην φθορά ασκώντας μια μυστηριώδη γοητεία. Οι εικόνες αυτές με οδήγησαν ν’ απεικονίσω παραστάσεις της θάλασσας και του αποτυπώματος του χρόνου πάνω στα σκαριά. Είναι ένα αφηρημενο οδοιπορικό στις αναμνήσεις που κρατάμε μέσα μας, οι οποίες, σιγά σιγά λειαίνουν, αλλά ποτέ δεν χάνονται.




